Μετά τη μελέτη των κειμένων της συστάδας που αναφέρονται στις λοιμώδεις νόσους:
α) Nα διαβάσετε τα παρακάτω αποσπάσματα από τον Λοιμό των Αθηνών (430 π.Χ.), όπως τον περιγράφει ο ιστορικός Θουκυδίδης και να δείτε τις εικόνες. Ο λοιμός έπληξε την αρχαία Αθήνα κατά το δεύτερο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.Χ.).
β) Να παρακολουθήσετε το slideshow.
γ) Να συζητήσετε στην τάξη το θέμα της παρουσίας των επιδημιών από την αρχαιότητα έως σήμερα.


Ο Λοιμός των Αθηνών

Θουκυδίδη Ιστορία, Β 49

  Και πράγματι, πολλοί από εκείνους που δεν είχαν κανέναν να τους κοιτάξει το έκαναν αυτό και ρίχτηκαν σε στέρνες, από την ακατάπαυστη δίψα που τους βασάνιζε· είτε πολύ έπιναν είτε λίγο, ήταν το ίδιο. Επίσης η αδυναμία να βρουν ησυχία, να μπορέσουν να κοιμηθούν, βασανιστική σε όλη τη διάρκεια της αρρώστιας. Και το σώμα, όσο η αρρώστια ήταν στην οξεία φάση της, δεν καταβαλλόταν, αλλά άντεχε στην ταλαιπωρία περισσότερο απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, έτσι που οι περισσότεροι ή πέθαιναν από τον υψηλό πυρετό την ένατη ή την έβδομη ημέρα, έχοντας ακόμα κάποιες δυνάμεις, ή, εάν γλίτωναν, η αρρώστια κατέβαινε παρακάτω στην κοιλιά προκαλώντας εκεί πολλά πληγιάσματα και συγχρόνως ακατάσχετη διάρροια, εξαιτίας της οποίας οι πολλοί πέθαιναν ύστερα από εξάντληση πια. Γιατί το κακό περνούσε από όλο το σώμα αρχίζοντας από το κεφάλι όπου αρχικά εκδηλωνόταν, και το αν είχε κανείς γλιτώσει από τα χειρότερα γινόταν φανερό από την προσβολή των άκρων του αρρώστου· γιατί η αρρώστια χτυπούσε στα γεννητικά όργανα και τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών και πολλοί γλίτωναν χάνοντάς τα αυτά, μερικοί μάλιστα και τα μάτια τους. Άλλοι πάλι, μόλις σηκώνονταν από την αρρώστια, πάθαιναν γενική αμνησία, και δεν αναγνώριζαν τον εαυτό τους και τους δικούς τους.

Θουκυδίδη Ιστορία, Β 50

   Πραγματικά η φύση της νόσου δεν ήταν δυνατόν να περιγραφεί με λόγια και η σφοδρότητα της προσβολής ξεπερνούσε τις αντοχές της ανθρώπινης φύσης, και το ακόλουθο σημάδι δείχνει καθαρά πως επρόκειτο για κάτι διαφορετικό και όχι κάτι συνηθισμένο. Τα όρνεα και τα τετράποδα, όσα αγγίζουν ανθρώπινο κρέας, παρόλο ότι πολλοί έμεναν άταφοι, αυτά ή δεν πλησίαζαν ή, εάν έτρωγαν, ψοφούσαν. Απόδειξη η εξαφάνιση τέτοιων πουλιών, που έγινε αισθητή και δεν τα έβλεπε πια κανείς ούτε γύρω από τα πτώματα ούτε αλλού πουθενά· εμφανέστερο έκαναν αυτό το αποτέλεσμα οι σκύλοι, επειδή συμβιώνουν με τους ανθρώπους.

Θουκυδίδη Ιστορία, Β 52

  Κάτι πολύ πιεστικό, πέρα από την ταλαιπωρία της αρρώστιας, ήταν και η συγκέντρωση του πληθυσμού από την ύπαιθρο στην πόλη, ιδίως για τους πρόσφυγες. Καθώς δεν υπήρχαν αρκετά σπίτια αλλά ζούσαν σε καλύβια αποπνικτικά μέσα στο κατακαλόκαιρο, ο όλεθρος συντελείτο σε συνθήκες μεγάλης αταξίας, νεκροί κείτονταν ο ένας επάνω στον άλλο, όπως ξεψυχούσαν, κι άλλοι μισοπεθαμένοι κυλιούνταν στους δρόμους και γύρω σε όλες τις βρύσες από τη λαχτάρα τους για νερό. Και τα ιερά όπου είχαν κατασκηνώσει ήσαν γεμάτα πτώματα, αφού οι άνθρωποι πέθαιναν εκεί. Διότι με τις διαστάσεις που είχε πάρει το κακό, οι άνθρωποι, στην απόγνωσή τους, αδιαφορούσαν για τα ιερά και τα όσια. Και τα έθιμα που τηρούσαν ως τότε κατά την ταφή των νεκρών καταπατήθηκαν όλα, και τους έθαβαν όπως καθένας μπορούσε. Πολλοί μάλιστα, από έλλειψη των απαιτούμενων για την ταφή, επειδή προηγουμένως είχαν ήδη πεθάνει αρκετοί δικοί τους, κατέφυγαν σε αναίσχυντους τρόπους ταφής· έτρεχαν σε ξένες πυρές και προλαβαίνοντας εκείνους που είχαν σωριάσει τα ξύλα ακουμπούσαν επάνω τον δικό τους νεκρό κι άναβαν τη φωτιά, άλλοι πάλι έριχναν τον νεκρό που έφεραν επάνω σε κάποιον άλλο που καιγόταν κι έφευγαν.


Πηγή: Θουκυδίδη Ιστορία, Εισαγωγή – Μετάφραση - Σημειώσεις Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, 2ηέκδ. Πόλις, Αθήνα 2011.