Να διαβάσετε το παρακάτω κείμενο της Ανναμπέλ Λάιον, παράλληλα
με το κείμενο του Άγγελου Βλάχου,
Ο κύριός μου Αλκιβιάδης:
1. Να γράψετε στα πλαίσια
που ακολουθούν αν επηρεάστηκε και σε τι κάθε μαθητής από τον
δάσκαλό του.
2. Τι σας έρχεται στον νου διαβάζοντας τα ονόματα των δύο
δασκάλων, Σωκράτη και Αριστοτέλη;
Να γράψετε μία πρόταση για κάθε δάσκαλο στα παρακάτω
πλαίσια.
Ανναμπέλ Λάιον (Annabel Lyon)
Ο μαθητής μου ο Αλέξανδρος
Στο απόσπασμα παρακολουθούμε τη συνομιλία του Αριστοτέλη1 με τον μαθητή του τον Αλέξανδρο γιο του Φιλίππου. Ο Αριστοτέλης το 342 π.Χ. μετακινήθηκε στη Μακεδονία, διότι θεώρησε πρόκληση να διδάξει τον Αλέξανδρο (356-323 π.Χ.), τον ανήσυχο και απρόβλεπτο, τον γοητευτικό γιο του παιδικού φίλου του, του βασιλιά Φιλίππου, και διάδοχο του θρόνου της Μακεδονίας. Σύντομα αναπτύχθηκε φιλία ανάμεσά τους , καθώς ο φιλόσοφος θαύμασε την τόλμη και την ευφυΐα του νέου που έγινε στρατηλάτης2. Οι απόψεις του Αριστοτέλη εξακολουθούν να επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης μας έως σήμερα.
«Μεγαλειότατε».
«Δάσκαλε» λέει ο Αλέξανδρος.
Μια σύντομη αγκαλιά. Νιώθω την ξηρή θέρμη του
δέρματός του –σχεδόν σαν να έχει πυρετό–, που αντιστοιχεί
απόλυτα στο κοκκινωπό του χρώμα, νιώθω τη δύναμή του και μυρίζω
την αχνή, ευχάριστη οσμή καρυκευμάτων που τον έκανε τόσο αγαπητό
στη νεκρή μου σύζυγο όταν ήταν μικρός. Βρισκόμαστε στη
βιβλιοθήκη του παλατιού στην Πέλλα, για τελευταία φορά. Είναι
βασιλιάς εδώ και οκτώ μήνες.
«Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι φεύγεις» μου λέει.
Δίνω στον μαθητή μου δύο δώρα: έναν τόμο με Όμηρο
και έναν με Ευριπίδη.
«Μα αυτά είναι τα δικά σου». Τα ξεφυλλίζει. «Έχουν
μέσα τις σημειώσεις σου».
Γνέφω καταφατικά.
«Θα τα έχω πάντοτε κάτω από το μαξιλάρι μου» λέει
όλο σοβαρότητα και εγώ συγκρατώ ένα χαμόγελο. Σηκώνομαι. «Όχι,
όχι ακόμη. Σε αντάλλαγμα για όλα όσα σου δίνω, θέλω ένα ακόμα
δώρο».
«Οτιδήποτε» ‒ τι άλλο μπορώ να πω;
Ο Αλέξανδρος γελά και λέει σε ένα αόρατο κοινό:
«Για δείτε τον. Λες και του ζητώ το πρωτότοκό
του».
Νιώθω ένα τελευταίο κέντρισμα ζήλιας. Είναι μια
ιδιομορφία του χαρακτήρα του που δεν έχω ξαναδεί, πράγμα που
σημαίνει πως ο Αλέξανδρος ήδη έχει δεχτεί άλλες επιρροές. Καθώς
συνειδητοποιώ ότι δεν θα βρίσκομαι πια κοντά του για να τον
παρακολουθώ να υιοθετεί και να προσαρμόζεται, να παρακολουθώ το
μυαλό του να γεμίζει όπως έχει γεμίσει το κορμί του, θαρρώ πως
αυτό που νιώθω βλέποντάς τον είναι τελικά αγάπη. Ίσως ο
Καλλισθένης3 να είχε δίκιοˑ ένα άλλο είδος αγάπης.
«Ένα μάθημα. Θέλω ένα τελευταίο μάθημα».
Καθόμαστε.
«Υποθέτω πως θα ήταν χάσιμο χρόνου να σου μιλήσω για
αυτοσυγκράτηση». Τον κάνω να χαμογελάσει. «Θα σου μιλήσω λοιπόν
για τελειότητα. Τι είναι η ανθρώπινη τελειότητα; Πότε είναι ένας
άνθρωπος καλός; Πότε ζει καλά τη ζωή του;»
«Όταν θριαμβεύει, όταν ενεργεί αγγίζοντας το απώτατο
όριο των ικανοτήτων του. Όταν ακμάζει».
«Όταν ακμάζει» γνέφω με το κεφάλι.
Του μιλώ για την άσκηση των ικανοτήτων του ανθρώπου,
για όλους τους τομείς στους οποίους μπορεί να επιδιώξει την
τελειότητα: στον χαρακτήρα, στη φιλία, στο πνεύμα. Στέκομαι στο
πνεύμα και του εξηγώ ότι είναι το θεϊκό σπέρμα μέσα στον
άνθρωπο, αυτό που κανένα άλλο ζώο δεν διαθέτει. Στην ιεραρχία
της τελειότητας, το πνεύμα βρίσκεται στην κορυφή, άρα για τον
άνθρωπο το άριστο είναι να αφιερώσει τη ζωή του στην επιδίωξη
της πνευματικής τελειότητας.
«Στη φιλοσοφία κοινώς» λέει ο Αλέξανδρος.[…]
[Έγινε συζήτηση για τα προσόντα του
Λυσίμαχου4- ήταν ένας από τους δασκάλους του
Αλέξανδρου- και ο Αλέξανδρος ρωτάει αν αυτά τα προσόντα τα
έχει και ο ίδιος. Ο Αριστοτέλης του απαντάει].
«Έχω κι εγώ όμως αυτά τα προαπαιτούμενα, ή κάνω
λάθος;»
«Αν σου έδωσε ο πατέρας σου την εντύπωση ενός
Μακεδόνα βασιλιά με άνεση χρόνου, μάλλον δεν τον παρακολουθούσες
πολύ προσεκτικά».
«Μην αποφεύγεις την ερώτηση».
«Έχεις τα ίδια προαπαιτούμενα. Όχι, έχεις τα ίδια
προαπαιτούμενα στον υπερθετικό βαθμό. Το γνωρίζεις αυτό, όπως
γνωρίζεις ότι δεν σε κολακεύω. Ποτέ μου δεν σε κολάκεψα».
«Δεν θα σε αγαπούσα αν το έκανες». Πριν προλάβει να
εδραιωθεί η αμηχανία μεταξύ μας, συνεχίζει. «Θα έπρεπε λοιπόν να
αποσυρθώ σε ένα από τα κτήματα του πατέρα μου και να περνώ τον
χρόνο μου σε μια άνετη καρέκλα, πίνοντας νερό και αναλογιζόμενος
πόσο θαυμαστός είναι ο κόσμος;»
«Η καρέκλα δεν πρέπει να είναι πολύ άνετη.
Παρεμπιπτόντως, το κτήμα του δικού μου πατέρα είναι στα
Στάγειρα». Φροντίζω να με κοιτάει στα μάτια. «Ως ενήλικος, ποτέ
μου δεν έμεινα εκεί».
«Ένας αυτοδημιούργητος άντρας».
«Είναι δύσκολο να το καταφέρεις. Πολύ πιο δύσκολο
από όσο φαντάζεσαι».
«Πιστεύεις ότι η ζωή σου είναι τέλεια». Γελάει.
«Πιστεύεις ότι όλοι θα έπρεπε να θέλουν να είναι σαν εσένα. Όλα
τα χρόνια που περάσαμε μαζί, οι θεωρίες για τις οποίες μου
μιλούσες ήταν βασισμένες στα περιστατικά της ζωής σου. Έφτιαξες
μια ολόκληρη φιλοσοφία βασισμένη στην αρετή τού να είσαι εσύ. Τα
κοχύλια είναι αξιόλογα επειδή σου αρέσει να κολυμπάς, η βία θα
πρέπει να λαμβάνει χώρα στο παρασκήνιο επειδή στη Χαιρώνεια δεν
βγήκες ποτέ από τη σκηνή, το καλύτερο πολίτευμα είναι η
κυριαρχία της μεσαίας τάξης επειδή από αυτήν προέρχεσαι, και
πρέπει κανείς να περάσει μια ζωή αφιερωμένη στον στοχασμό,
επειδή η δική σου ζωή δεν σου προσέφερε ποτέ κάτι παραπάνω».
«Πες μου λοιπόν τι παραπάνω υπάρχει».
«Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος». Τα μάτια του έχουν
γίνει ξαφνικά τεράστια. «Ξέρεις, θα μπορούσες να ταξιδέψεις μαζί
μου. Δεν θα μείνω εδώ. Θα πάω προς την Ανατολή ‒ξανά και ξανά
και ξανά‒, μέχρι να φτάσω ως εκεί που δεν έχει φτάσει κανείς κι
ύστερα ακόμα παραπέρα. Απλά φαντάσου: ζώα που δεν έχει δει
κανείς, θάλασσες στις οποίες δεν έχει κολυμπήσει κανείς, νέα
φυτά, νέοι λαοί, νέα αστέριαˑ όλα περιμένουν να γίνουν δικά μου
και δικά σου, αν το θελήσεις. Θα φροντίσω να είσαι άνετα. Θα σε
μεταφέρουμε μέσα σε ένα παλανκίνο4 γεμάτο μαξιλάρια,
θα έχεις γραφιάδες και κάρα που θα στενάζουν από το βάρος όλων
των δειγμάτων που θα μαζεύεις. Ούτε που θα αντιλαμβάνεσαι τον
στρατό. Εμείς απλά θα ανοίγουμε δρόμο για σένα. Δεν είναι η
μεγαλύτερη αρετή, η μεγαλύτερη ευτυχία να καθιστάς γνωστό το
άγνωστο; Γι’ αυτό ακριβώς δεν μιλάμε τόση ώρα;»
«Μπερδεύεις την ηδονή με την ευτυχία, την αληθινή,
διαρκή ευτυχία. Μου μιλάς για αισθήσεις και συγκινήσεις: η πρώτη
σου γυναίκα, ο πρώτος σου ελέφαντας, το πρώτο σου γεύμα με
καρυκεύματα, το πρώτο σου μεθύσι, η πρώτη σου ανάβαση στην
κορυφή ενός βουνού όπου δεν έχει πατήσει κανείς και η πρώτη θέα
της άλλης πλευράς. Θες να φτιάξεις μια ζωή που θα αποτελείται
από μια συνεχή διαδοχή συγκινήσεων».
«Δίδαξέ με τότε πώς να γίνω καλύτερος. Έλα με τον
στρατό μου. Έλα μαζί μου. Υπήρξες για μένα ένας δεύτερος
πατέρας. Μη με αφήσεις δεύτερη φορά ορφανό».
«Την είχες προετοιμάσει αυτή τη φράση».
«Δεν είσαι ποτέ ευχαριστημένος μαζί μου·
ούτε όταν είμαι εκλεπτυσμένος ούτε όταν είμαι συνηθισμένος. Ναι,
την είχα προετοιμάσει αυτή τη φράση. Είναι αυτό τόσο τρομερό;
Στο κάτω κάτω, εσύ κι εγώ δεν διαφέρουμε πολύ. Εργαζόμαστε κι οι
δύο γι’ αυτά που θέλουμε. Τίποτα δεν μας είναι εύκολο. Εσένα σου
είναι εύκολο να προχωράς το έργο σου;»
«Όχι».
«Κοίταξέ με». Σηκώνεται όρθιος. «Είμαι κοντός. Όταν
μιλάω μπερδεύω τα λόγια μου. Κοκκινίζω και φοβάμαι το σκοτάδι.
Εν τω μέσω της μάχης τα πάντα γύρω μου σκοτεινιάζουν κι έπειτα
έχω κενά μνήμης. Με κοιτάζουν και λένε: "Σπουδαίος πολεμιστής,
εύγλωττος, γοητευτικός, άξιος μαθητής του σπουδαιότερου
φιλοσόφου στον κόσμο˝, ενώ κρέμομαι από μια κλωστή, όπως κι
εσύ».
Γνέφω καταφατικά.
«Ίσως τελικά να με έκανες σαν κι εσένα: μια
καλοφτιαγμένη, ισχυρή επιφάνεια που κρύβει αποκάτω τη σύγχυση,
όπως έκανες και με τον αδελφό μου, μαθαίνοντάς του να μιλά και
να ιππεύει. Έτσι είσαι κι εσύ τελικά, έτσι κι εγώ, έτσι κι
αυτός. Κι οι τρεις μας το ίδιο;»
Μένω σιωπηλός.
«Θα σου πω τι δέχομαι από τη θεωρία σου περί
ευτυχίας» συνεχίζει. «Δέχομαι ότι η μεγαλύτερη ευτυχία είναι για
εκείνους που είναι ικανοί για τα μεγαλύτερα επιτεύγματα. Σε αυτό
το σημείο ξεχνάμε τον αδελφό μου. Σε αυτό το σημείο εσύ κι εγώ
αφήνουμε πίσω τον υπόλοιπο κόσμο. Εσύ κι εγώ μπορούμε να
εκτιμήσουμε τη δόξα. Περπατάμε στα όρια, όπως τα γνωρίζουν, τα
κατανοούν και τα βιώνουν όλοι οι άλλοι, κι έπειτα πάμε ένα βήμα
παραπέρα. Πάμε σε μέρη όπου δεν έχει ξαναβρεθεί κανείς. Αυτοί
είμαστε. Αυτός μου δίδαξες να είμαι».
«Εγώ σου το δίδαξα αυτό;»
«Σε στενοχώρησα».
«Ναι». Αγγίζω το μέτωπό μου. «Ναι, με
στενοχώρησες».
«Μοιάζουμε τόσο πολύ. Παιδί σου είμαι».
Το αγόρι που ήξερε πού να βρει το κεφάλι, την
καρδιά, το πνεύμα, τον εγκέφαλο. Το αγόρι που μύριζε τόσο
όμορφα. Το αγόρι που έτρεξε μέσα για να προστατευτεί από τη
βροχή.
«Μεγαλειότατε».
«Μείνε μαζί μου» λέει πάλι. «Μη με αφήσεις να κάνω
το επόμενο βήμα μόνος».
Πηγή: Ανναμπέλ Λάιον (Annabel Lyon), Ο μαθητής μου ο Αλέξανδρος, μτφρ. Ανδρέας Μιχαηλίδης, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2012.
- 1Για Αριστοτέλη: Φιλοσοφικός Λόγος (Γ Λυκείου Ανθρωπιστικών Σπουδών) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)
- 2Βλ. χάρτη στο: Χάρτης με τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου
-
3Καλλισθένη: Ο Καλλισθένης ήταν ανιψιός
του Αριστοτέλη και μαθητής του.
- 4Λυσίμαχος: Λυσίμαχος ο Ακαρνάν. Δελφικά Παραγγέλματα.
- 5παλανκίνο: φορητό κάθισμα.
Πατήστε τις εικόνες για να τις μεγεθύνετε