Α
ἁθρόος, -ος/-α, -ον συγκεντρωμένος, όλος μαζί
ἄμπελος (ἡ) το αμπέλι
ἀπόκειμαι υπάρχω, βρίσκομαι, είμαι τοποθετημένος
Δ
δικέλλα (ἡ) σκαπτικό εργαλείο που καταλήγει σε δύο αιχμηρά άκρα
E
ἒφη είπε, συμβούλευσε
Κ
κάματος (ὁ) ο κόπος, ο μόχθος, η εξαντλητική εργασία
Ο
ὀρύττω / ὀρύσσω σκάβω, εξορύσσω
Π
παῖς (ὁ / ἡ) το παιδί
Τ
τεκνίον (τὸ) το παιδάκι
Υ
ὕννη (ἡ) το υνί, το αιχμηρό άκρο του αρότρου που εισδύει στο έδαφος και το σκάβει
Φ
φορά (ἡ) η μεταφορά, η συγκομιδή, η σοδειά