Α

ἄρτι (επίρρ.) τώρα, αυτή τη στιγμή
ἀσχημονέω, -ῶ συμπεριφέρομαι με τρόπο ανάρμοστο, άπρεπα

Δ

δέω, -ῶ δένω

E

ἒσοπτρον (τό) ο καθρέπτης

Κ

κήδομαι φροντίζω
κωλύω εμποδίζω

Λ

λογίζομαι λογαριάζω, υπολογίζω

Μ

μακροθυμέω, -ῶ δείχνω εγκαρτέρηση, είμαι ανεκτικός

Ν

νυνὶ (επίρρ.) τώρα δα

Π

παροξύνομαι εξοργίζομαι, εξάπτομαι
πᾶς, πᾶσα, πᾶν κάθε είδους, όλος,-η,-ο
περπερεύομαι καυχιέμαι, συμπεριφέρομαι επιδεικτικά και αλαζονικά
πήγνυμι καρφώνω, στερεώνω, παγώνω, πήζω

Σ

στέγω σκεπάζω, καλύπτω, προστατεύω

Τ

ταγός (ὁ) αρχηγός, ηγεμόνας
τυγχάνω συναντώ, πετυχαίνω, βρίσκω, είμαι άξιος κάποιου πράγματος

Φ

φημί λέγω, ισχυρίζομαι

Χ

χρηστεύομαι είμαι ηθικός, αγαθός, ευχάριστος, χρήσιμος