Α

ἀλαλάζω φωνάζω
ἀποθνῄσκω πεθαίνω

Β

βακτηρία μπαστούνι, στήριγμα
βασιλεύω είμαι βασιλιάς, βασιλεύω

Γ

γηράσκω γερνάω

Δ

δίπους(ὁ, ἡ) δίπουν(τὸ) δίποδος

E

ἐκβάλλω διώχνω

Θ

θύω προσφέρω θυσία, θυσιάζω

Κ

καρτερῶ υπομένω
καταβιβρώσκω καταβροχθίζω

Ο

ὅδε, ἥδε, τόδε (δεικτ. αντων.) αυτός εδώ, αυτή εδώ, αυτό εδώ
οἰμώζω φωνάζω, θρηνώ

Π

πελάζω πλησιάζω
πέλας κοντά
πέμπω στέλνω
πτέρυξ (ἡ) φτερούγα
πῶμα (τό) το σκέπασμα, το κάλυμμα

Τ

τετράπους(ὁ, ἡ) τετράπουν(τὸ) τετράποδος
τρίπους(ὁ, ἡ) τρίπουν(τὸ) τρίποδος