Α
ἀεί (επίρρ.) πάντα
ἀμφότεροι, -αι, -α (επιμ. αντων. ) και οι δύο μαζί
Δ
διατελέω-ῶ είμαι συνεχώς
E
εἰσαγγελία (ἡ) η καταγγελία
ἐπιτίμιον (τό) ποινή, τιμωρία
εὐδαιμονία (ἡ) ευτυχία
Κ
καθίσταμαι βρίσκομαι σε κάποια κατάσταση, γίνομαι
κολάζω περικόπτω, περιορίζω, τιμωρώ
κρίσις (ἡ) απόφαση, κρίση, κατηγορία, μήνυση
Μ
μηνύω φέρνω στο φως, πληροφορώ, εγείρω δημοσίως καταγγελία εναντίον κάποιου
Ν
νῦν (επίρρ.) τώρα
Ο
οἶδα έχω δει, γνωρίζω