Το ιερό φως - Μενορά
«Μολονότι φως και φωτιά παίζουν σπουδαίο ρόλο στον Ιουδαϊσμό -η ιδέα του ιερού φωτός υπάρχει διάχυτη στη θρησκεία αυτή- ποτέ τους δεν έγιναν αντικείμενα λατρείας. Αλλά ο Θεός, «ο Δημιουργός των ουράνιων φωστήρων», ευλογείται καθημερινά γιατί χάρισε στον άνθρωπο τα ουράνια σώματα, κι έτσι δοξάζουν τον Δημιουργό τους. Η ίδια η προσευχή εξυμνεί το Σάββατο σαν ημέρα φωτός και χαράς, και τον Θεό που «γεννά το φως… και το σκότος». Καθώς στην προσευχή συνδέεται το φως με τη δημιουργία και την ανάπαυση του Σαββάτου, καταλαβαίνουμε τι σημαίνει το άναμμα των φώτων στην αρχή και το τέλος της ημέρας αυτής. Τα φώτα είναι ο τρόπος με τον οποίο ευχαριστεί ο άνθρωπος τον Θεό για το δώρο του Σαββάτου. […] Στον βωμό του Ναού η φωτιά καίει τις θυσιαστήριες προσφορές και διατηρείται νύχτα και ημέρα αναμμένη. […] Οι Εβραίοι θεωρούσαν τη φωτιά αντιπρόσωπο της θείας βούλησης και υπάρχει η ιδέα του ίδιου του Θεού σαν φωτιά που καίει. […] Ο Θεός εμφανίστηκε στον βοσκό Μωυσή σαν φλεγόμενη βάτος και στους προφήτες Ιεζεκιήλ και Δανιήλ με μορφή φωτιάς. Εύκολα καταλαβαίνει λοιπόν κανείς τη σημασία της εφτάφωτης λυχνίας που λέγεται Μενορά. Ιστορικά είναι το σπουδαιότερο εβραϊκό σύμβολο και καλλιτεχνικό και διακοσμητικό σχέδιο που συναντάμε συχνότερα… το μοναδικό αμέσως αναγνωρίσιμο έμβλημα του ιουδαϊσμού στον αρχαίο κόσμο. Αρχικά την έφτιαχναν από ατόφιο χρυσάφι, για τη Σκηνή του μαρτυρίου και τη γέμιζαν με αγνό ελαιόλαδο […] Σύμφωνα με την παράδοση, η Μενορά θεωρείται η αναπαράσταση του δέντρου της γνώσης. Η κεντρική της θέση στο άδυτο του Ναού, μπροστά από την Κιβωτό της Διαθήκης που περιείχε τις πλάκες του Νόμου, υπογράμμιζε τη συμβολική αναπαράσταση του εβραϊκού ιδεώδους, την κατανόηση δηλαδή της Τορά με το μυαλό και το πνεύμα. […] Η Μενορά αντιπροσωπεύει ακόμα ένα βασικό θρησκευτικό σύμβολο, το Δέντρο της ζωής, χαρακτηριστικό που μέσα στη Βίβλο αποδίδεται στην ίδια την Τορά. Η συμβολική σημασία της Μενορά ως αλληγορικού δέντρου φωτός, μπορεί να φανεί όταν συγκρίνουμε με ένα άλλο δέντρο φωτός, τη φλεγόμενη βάτο, μέσω της οποίας ο Θεός μίλησε για πρώτη φορά στον Μωυσή. Τα φώτα της Μενορά, λοιπόν, συμβολίζουν το φως που εκπέμπει ο Θεός και το δώρο του στους Εβραίους, την Τορά».
Κάνιελ, Μ. (1982). Η τέχνη του Ιουδαϊσμού, μτφρ. Π. Παπαδούλης. Αθήνα: Ντουντούμης

* * *

Η ανεικονική τέχνη στο Ισλάμ
«Η θρησκεία που επικράτησε στη Μέση Ανατολή και που σάρωσε τα πάντα τον έβδομο και όγδοο αιώνα, η θρησκεία των Μουσουλμάνων κατακτητών της Περσίας, της Μεσοποταμίας, της Αιγύπτου, της Βόρειας Αφρικής και της Ισπανίας, στάθηκε ακόμη πιο αυστηρή σ΄ αυτό το θέμα (των εικόνων). […] Απαγόρευσε εντελώς τις εικόνες. Αλλά η τέχνη αυτή καθαυτή δεν καταργείται τόσο εύκολα και οι τεχνίτες της Ανατολής, που τους απαγόρευαν να παριστάνουν ανθρώπους, άφησαν τη φαντασία τους να παίζει με σχήματα και φόρμες. Έφτιαξαν τις πιο λεπτεπίλεπτες δαντελωτές διακοσμήσεις, τα αραβουργήματα. Είναι μια αλησμόνητη εμπειρία να περπατάς στις αυλές της Αλάμπρας και να θαυμάζεις την ανεξάντλητη ποικιλία αυτών των διακοσμητικών συνθέσεων […] Σε τελική ανάλυση τα λεπτά σχέδιά τους και οι πλούσιοι χρωματικοί συνδυασμοί τους οφείλονται ίσως στη διδασκαλία του Μωάμεθ, που απομάκρυνε τη σκέψη του καλλιτέχνη από τα αντικείμενα της πραγματικής ζωής και την οδήγησε στον ονειρικό κόσμο των γραμμών και των σχημάτων».
Gombrich, E. (1994). Tο χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λ. Κάσδαγλη, Αθήνα: ΜΙΕΤ

* * *

Κουφική γραφή
«Το πρώτο καθαρά ισλαμικό διακοσμητικό στοιχείο ήταν οι κουφικοί χαρακτήρες. Η καλλιγραφία ήταν η κατεξοχήν τέχνη που εκτιμούσαν οι πρώτοι μουσουλμάνοι. […] Τα κουφικά (από την πόλη Κούφα του Ιράκ, όπου υποτίθεται ότι πρωτοεμφανίστηκαν) ήταν μια επίσημη μορφή αραβικής γραφής. Παρόλο ότι χρησιμοποιούνταν και στην καθημερινή ζωή, η κύρια χρήση τους σχετιζόταν με το Κοράνιο και τις χειρόγραφες αναπαραγωγές του. Καθώς η κάθε είδους εικονογράφηση ήταν απαγορευμένη για το ιερό βιβλίο του Ισλάμ, ο μόνος τρόπος να δοθεί μεγαλοπρέπεια στα αντίγραφά του ήταν η χρήση κομψών χαρακτήρων και η περιστασιακή προσθήκη αφηρημένων διακοσμητικών παραστάσεων. Τα πρώτα αυτά Κοράνια διαβάζονταν από αρκετούς πιστούς ταυτόχρονα, γι’ αυτό και οι σελίδες τους είναι άνετες και με λίγες μόνο αραιογραμμένες αράδες. Οι παχείς, βαρείς, αλλά και αιχμηροί σαν ξίφη, χαρακτήρες τους χρησιμοποιούνταν κατ’ επέκταση και σε μνημειώδεις επιγραφές, ενώ το μορφότυπο που σχημάτιζαν εμπνεόταν συχνά από τα φυτικά ποικίλματα που το συνόδευαν, όπως, λ.χ., το μιχράμπ του Μεγάλου Τεμένους της Κόρδοβας».
Honour, H., Fleming, J. (1998). Ιστορία της τέχνης, μτφρ. Α. Παππάς. Αθήνα: Υποδομή