Α
αἴρω σηκώνω, καταργώ
ἄμπελος (ἡ) αμπέλι
Δ
δύναμαι είμαι ικανός, μπορώ, έχω τη δύναμη
E
ἐμός, -ή, -ὸν (κτητική αντων.) δικός μου, δική μου, δικό μου
K
κἀγὼ (> καί ἐγώ) και εγώ
κλῆμα (τό) το κλαδί της αμπέλου (η κληματόβεργα)
Λ
λαλῶ μιλώ, λέω
Ο
οὕτως (αντων.) (επίρρ.) έτσι
Π
πᾶς, πᾶσα, πᾶν καθένας, χωρίς καμιά εξαίρεση
πατήρ (ὁ) πατέρας
πλείων, πλείων, πλέον περισσότερος