Α
ἀσεβέω, -ῶ φέρομαι με ασέβεια
ἄχρι (επίρρ.) μέχρι
Δ
δείκνυμι δείχνω
δῃόω-ῶ καταστρέφω, λεηλατώ
E
ἐκκλησία (ἡ) συνάθροιση πολιτών που συγκαλείται σε τακτά χρονικά διαστήματα
K
κατακαίω καίω εντελώς, καταστρέφω
κελεύω παραγγέλλω, διατάζω
Π
παράγω φέρνω κάποιον μπροστά, παρουσιάζω
Φ
φράζω εξηγώ, φανερώνω