Α

ἀγαστός, -ή, -ὸν αυτός που δικαιούται τον θαυμασμό, αξιοθαύμαστος
ἀδεῶς (επίρρ.) άφοβα
ἀμήχανος, -ον απίστευτος, αδύνατος
ἄμφω (δοτ. ἀμφοῖν) και οι δύο μαζί
ἀπράγμων, -ον αυτός που απέχει από τις διάφορες ασχολίες, ο απαλλαγμένος από φροντίδες, έγνοιες

Λ

λείπομαι αφήνομαι πίσω, είμαι κατώτερος, χειρότερος

Ο

οἴκοι (επίρρ.) στο σπίτι
ὁμολογεῖται θεωρείται δεδομένο, είναι παραδεκτό
ὀπώρα (ἡ) τέλος καλοκαιριού, καρπός, φρούτο

Φ

φραγμὸς (ὁ) περίφραξη, φράκτης