Α

ἀκρωτηριασμὸς (ὁ) αποκοπή των άκρων (και για μέλη σώματος)
ἀλλοτρίωσις (ἡ) χωρισμός, αποξένωση
ἀμφιέννυμι ντύνω
ἀνοίγομαι είμαι ανοικτός

E

ἐλλείπω υστερώ

K

καίριος, -ία, -ον ζωτικός, σημαντικός, εφήμερος

Ν

νυνί τώρα δα, αυτή τη στιγμή

Π

πάλαι (επίρρ.) από πριν, από παλιά
πάσχω βρίσκομαι σε δύσκολη κατάσταση, υποφέρω
προσφύομαι προσκολλώμαι