Α
ἀγαθός, -ή, -ὸν καλός
ἀντίρροπος, -ον εξίσου σημαντικός
αὔξομαι αυξάνομαι, αναπτύσσομαι, προοδεύω
E
ἐπισκοπέομαι, -οῦμαι εξετάζω προσεκτικά
ἐπιστημονέστερον με περισσότερη γνώση
εὖ (επίρρ.) καλά
Η
ἦ αληθινά, βεβαίως
Κ
κτήματα (τά) υλικά αγαθά
Μ
μειόομαι, -οῦμαι γίνομαι χειρότερος ή ασθενέστερος, ζημιώνομαι
Ο
ὅς, ἥ, ὅ (αναφ. αντων.) ο οποίος, αυτός που
Π
πάνυ (επίρρ.) συνολικά, πολύ
πράττω εκτελώ, κάνω
Τ
ταμίευμα (τό) η οικονομική διαχείριση