Α

αἰσχύνη (ἡ) ντροπή

E

εἰ δὲ μὴ αλλιώς, στην αντίθετη περίπτωση
εἰδὼς αυτός που γνωρίζει
ἐκφαίνω φανερώνω
ἕνεκα εξαιτίας, λόγω
ἕνεκα ὧν γι’ αυτό
ἐπιτήδευμα (τό) εργασία, έργο, ασχολία
ἐπιφανής, -ές αυτός που έρχεται στο φως, φανερός
εὐδαιμονία (ἡ) ευτυχία
εὔκλεια (ἡ) δόξα, καλή φήμη

H

ἡμέτερος, -α, -ον δικός μας

Κ

κάλλος (τό) ομορφιά
κτάομαι, -ῶμαι αποκτώ
κτῆμα (τό) περιουσία, πλούτος

Π

πειράομαι, -ῶμαι αποπειρῶμαι, επιχειρῶ

Σ

συνοικέω, -ῶ συγκατοικώ, συνυπάρχω

Υ

ὑπερβάλλομαι ξεπερνώ
ὕστατος έσχατος, τελευταίος

X

χρὴ πρέπει