Ε

ἐπιτάσσω διατάζω, προστάζω

Η

ἧπαρ (τό) συκώτι

Θ

θηρεύω κυνηγώ, βγαίνω σε κυνήγι

Λ

λάθρᾳ (επίρρ.) κρυφά, μυστικά, παράνομα
λοβός (ὁ) κατώτερο μέρος του αυτιού, λοβός του συκωτιού

Ν

νάρθηξ (ὁ) ψηλό καλαμώδες φυτό, με κοίλο, νευρώδες και ανθεκτικό στέλεχος
νέμομαι τρέφομαι με κάτι, τρώω

Π

προσηλόω, -ῶ καρφώνω

Τ

τίνω πληρώνω, καταβάλλω το τίμημα

Υ

ὕδωρ (τό) νερό