Α
αἰσχύνω ατιμάζω, αμαυρώνω, ντροπιάζω
ἀναιρέω, -ῶ καταλύω, ακυρώνω
ἀρείω πιο δυνατή
E
ἐλάττω μικρότερη
ἐμφρόνως (επίρρ.) συνετά
εὐηκοέω, -ῶ υπακούω πρόθυμα
Ι
ἱδρύομαι εγκαθιστώ, καθιερώνω
ἵστωρ (ὁ, ἡ) δικαστής, κριτής, γνώστης
Κ
κραίνω ασκώ εξουσία, κυβερνώ
Ο
ὅροι σύνορα, όρια
Π
παραστάτης (ὁ) αυτός που στέκεται δίπλα, υπερασπιστής, σύντροφος
πυροί κόκκοι σιταριού
Σ
στοιχέω, -ῶ στέκομαι ή περπατάω σε γραμμή, παράταξη