Α
ἀγνώς (ὁ, ἡ) άγνωστος, αφανής
ἀκοσμέω, -ῶ ανοικτός
ἀνοίγομαι βρίσκομαι σε αταξία, είμαι απρεπής, προσβάλλω
E
εἴσεται θα μάθει
ἕνεκα εξαιτίας, λόγω
ἐξαμαρτάνω κάνω σφάλμα
ἐπιφανὴς, -ὲς φημισμένος, διακεκριμένος
ἔσται θα γίνει
Ι
ἵνα (σύνδ.) για να
Κ
καταψηφίζομαι ψηφίζω εναντίον κάποιου, δίνω καταδικαστική ψήφο
κολάζω τιμωρώ
Π
πυνθάνομαι μαθαίνω, πληροφορούμαι
Σ
σώφρων, -ον συνετός, κόσμιος