Α
ἀνδραποδίζω κάνω κάποιον δούλο, υποδουλώνω
ἀνίστημι ανορθώνω, σηκώνω
ἀντιλέγω αντιπροτείνω
ἀπορρήγνυμι/ ἀπορρηγνύω αποκόπτω, ξεκολλώ
E
ἐάω - ῶ αφήνω, επιτρέπω
ἐκκλησία (ἡ) συνέλευση, συνέδριο
ἐνολισθαίνω για έδαφος υφίσταμαι κατολίσθηση, γλιστρώ, βυθίζομαι
ἐξαιρέω, -ῶ αφανίζω, καταστρέφω
ἐρείπω γκρεμίζω, καταστρέφω
Η
ἥκω έχω έρθει
Κ
κινέω, -ῶ παρακινώ, παροτρύνω, ταράσσω
κωλύω εμποδίζω, δεν επιτρέπω
Μ
μνημονεύω θυμάμαι, αναφέρω
Π
περιοράω, -ῶ βλέπω ολόγυρα, παραβλέπω, ανέχομαι, αδιαφορώ
Σ
σπένδομαι υπογράφω συνθήκη, κάνω ειρήνη, ανακωχή
Τ
τινάσσω τινάζω, κουνώ, πάλλω, ταράσσω, ανατρέπω, αναποδογυρίζω
Χ
χάσμα (τό) ρήγμα, ρωγμή, βάραθρο, χάσμα
χωλός, -ή, -ὸν ανάπηρος, ελλιπής, ατελής, ελαττωματικός