Ύδωρ
Το νερό, υγρό άχρωμο, άοσμο και άγευστο στη φυσική κατάσταση, που αποτελείται από υδρογόνο και οξυγόνο (χημικός τύπος: H2O).
Νερό
Νεαρόν ύδωρ. (Η λέξη νερό απέκτησε την τωρινή σημασία της από τη φράση «νεαρόν ύδωρ», δηλαδή φρέσκο νερό).
Υδρολογικός Κύκλος ή Κύκλος του νερού
Η συνεχής ανακύκλωση του νερού της Γης μέσα στην υδρόσφαιρα, στην ατμόσφαιρα και στη λιθόσφαιρα (έδαφος-υπέδαφος). Η συνεχής κυκλική διαδικασία επιτυγχάνεται εξαιτίας της ηλιακής ακτινοβολίας.
Υδρατμός
Το νερό σε αέρια κατάσταση.
Υδροφορέας
Υπόγειος γεωλογικός σχηματισμός που φέρει νερό (υπόγειες αποθήκες). Συνήθως είναι εδαφικά στρώματα (άμμων, χαλικιών, κροκάλων ή πετρώματα με ρωγμές).
Υδροπερατός, -ή, -ό
(Επίθετο) Που τον διαπερνά το νερό π.χ. υδροπερατό στρώμα γης.
Υδατοστεγής, -ής, - ές
(Επίθετο) Που δεν διαπερνιέται από το νερό. Συνώνυμα: αδιάβροχος, στεγανός, αδιαπέραστος
Υδρογραφικό Δίκτυο
Τα ρυάκια, οι χείμαρροι, οι παραπόταμοι και ο ίδιος ο ποταμός που αποστραγγίζουν μια περιοχή από το νερό των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων προς τη θάλασσα.
Υδρόσφαιρα
Το σύνολο των υδάτων στη Γη από ωκεανούς, ποτάμια, λίμνες, παγόβουνα, υπόγεια ύδατα, υδρατμους.
Υδρόγειος (σφαίρα)
Είναι η σφαιρική παρουσίαση της Γης. (ύδωρ+γη).
Υδροκρίτης
Μια νοητή γραμμή που χωρίζει δυο λεκάνες απορροής, δηλαδή «κρίνει» σε ποια από τις δυο θα πέσει το νερό.
Λειψυδρία
Η έλλειψη νερού, π.χ. λόγω παρατεταμένης ανομβρίας.
Ύδρευση
Εφοδιασμός των κατοίκων μιας περιοχής με νερό.
Υδρεύω
Παρέχω το απαραίτητο νερό σε μια πόλη, σε ένα εργοστάσιο κ.λπ.
Υδρευτικός -ή, -ό
(Επίθετο) σχετικός με την ύδρευση, π.χ. υδρευτικά κανάλια για πότισμα.
