Ήφαιστος
Θεός του Ολύμπου προστάτης της φωτιάς και των μετάλλων. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι κάτω από τα “ηφαίστεια όρη” της Λήμνου ή της Ιταλίας ο θεός είχε το σιδηρουργείο του. Βουνά που έβγαζαν καπνό, φωτιά, βροντώδεις ήχους. Έτσι πήραν το όνομα τους τα Ηφαίστεια.
Ηφαίστειο
Ρήγμα του στερεού φλοιού της Γης από το οποίο, κατά καιρούς, εκρέουν λάβα, ατμοί, στάχτες και αέρια, συνήθως με βίαιο τρόπο.
Ηφαιστειακός,ή,ό
Επίθετο που προσδιορίζει οτιδήποτε σχετικό με τα ηφαίστεια, π.χ ηφαιστειακή έκρηξη, ηφαιστειακή τέφρα.
Ηφαιστειώδης, ής, ες
Επίθετο, αυτός που μοιάζει με ηφαίστειο, π.χ. Η Λήμνος και η Λέσβος είναι ηφαιστειώδεις περιοχές.
Ηφαιστειογενής, ής, ές
Επίθετο, δηλώνει αυτό που έχει προέλθει, σχηματιστεί από ηφαιστειακή έκρηξη, π.χ ηφαιστειακό πέτρωμα, ηφαιστειογενής περιοχή.
Ηφαιστειότητα
Χαρακτηριστική ιδιότητα της Γης σχετική με τις διαφορετικές εκδηλώσεις ενός ηφαιστείου, π.χ. τα ίδια ηφαίστεια, οι θερμές πηγές, οι ατμίδες κ.ά.
Ηφαιστειολογία
Κλάδος της Γεωλογίας που μελετά τα ηφαιστειακά φαινόμενα.
Ηφαιστειολόγος
Επιστήμονας που ασχολείται με τον κλάδο της Ηφαιστειολογίας.