Εμπνέω - Έμπνευση

i?Αρχική σελίδα

έμπνευση η [émbnefsi] Ο33 : το αποτέλεσμα του εμπνέω.
1. ιδέα που γεννιέται στη συνείδησή μας κάπως ξαφνικά και χωρίς την άμεση συμμετοχή της βούλησης, ως αποτέλεσμα μιας εντύπωσης ή συγκίνησης και όχι κάποιας διανοητικής προσπάθειας: Ξαφνική / ωραία / καταπληκτική / ατυχής ~. Ευτυχώς, τη στιγμή του κινδύνου είχε τη σωτήρια ~ να Tην τελευταία στιγμή μού ήρθε η ~ να H απάντησή του δεν ήταν προϊόν έρευνας και σκέψης, αλλά στιγμιαίας έμπνευσης. Mου έφυγε η ~.

Συνέχεια  ▶