Εμπνέω - Έμπνευση

i?Αρχική σελίδα

εμπνέω [embnéo] -ομαι Ρ αόρ. ενέπνευσα, απαρέμφ. εμπνεύσει, παθ. αόρ. εμπνεύστηκα, απαρέμφ. εμπνευστεί, μππ. εμπνευσμένος :
1.
βάζω στη συνείδηση κάποιου ένα συναίσθημα, μια σκέψη, ιδέα, κτλ.: H παρουσία του ενέπνευσε θάρρος και πίστη στους στρατιώτες. Ο δάσκαλός τους τους είχε εμπνεύσει την αγάπη και το ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία. Tο ύφος του δε μου εμπνέει καμία εμπιστοσύνη.
2.
προκαλώ ψυχική και διανοητική ευφορία: H θέα του τοπίου με εμπνέει.

Συνέχεια  ▶