Εμπνέω - Έμπνευση

i?Αρχική σελίδα

3. προκαλώ τη σύλληψη μιας ιδέας για καλλιτεχνική ή ποιητική δημιουργία: Tο γεγονός συντάραξε την ευαίσθητη ψυχή του και του ενέπνευσε τη βασική ιδέα του ποιήματος. || (συνήθ. παθ.) συλλαμβάνω ξαφνικά και χωρίς παρεμβολή της βούλησής μου μιαν ιδέα, συνήθ. για καλλιτεχνική ή ποιητική δημιουργία: Εμπνεύστηκε το θέμα του πίνακά του από ένα στίχο του ποιητή.
4. (μππ.) α. (για πρόσ.) που έχει μια φυσική παρόρμηση και πάθος για δημιουργία και γι΄ αυτό μπορεί να συγκινεί και να ενθουσιάζει άλλους. β. (για ιδέα, έργο κτλ.) γεννημένος, δημιουργημένος από μιαν υψηλή έμπνευση και γι΄ αυτό ικανός να εμπνέει συγκίνηση, ενθουσιασμό κτλ.: Εμπνευσμένος λόγος. Εμπνευσμένη ομιλία.
[λόγ. < αρχ. ἐμπνέω `φυσώ μέσα (και μτφ. για συναίσθημα)΄ & κατά τις σημ. της λ. Έμπνευση]

◀ ΠροηγούμενοΈμπνευση